ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τσιφτελού (επίθ.) τσιφτελού [tsifteˈlu] Μισθ., Σινασσ. τσ̑ιφτελού [tʃifteˈlu] Μαλακ. τσιφταλού [tsiftaˈlu] Μισθ. Από το τουρκ. επίθ. çifteli = α) άτυχος β) κακοπροαίρετος γ) δόλιος, επίβουλος δ) ως ουσ., κλοτσιά αλόγου.
1. Ανήσυχος, ευέξαπτος, ειδικά για ζώα Μισθ. : Μέτορ γαϊδούρ' τσιφτελού 'ναι για, δώκεν ένα τεπίκι, λάχεν το μάνα μ’ τζαχ στο καργιά τ’ (Το δικό μας γαϊδούρι είναι ευερέθιστο καλέ, έδωσε μιά κλοτσιά, πέτυχε τη μάνα μου ακριβώς στην κοιλιά) Μισθ. -Pernot.Gall. Αντίθ ιραχατλούς, μαζλούμης, μιλαγίμ
2. Ανόητος, τρελός Σινασσ.
3. Δόλιος Μαλακ. Συνών. δόλιος, μουναφίκ :1, πονηρός, φαλτσής
Τροποποιήθηκε: 10/06/2025