τσιφλετίζω
(ρ.)
τσ̑ιφλετίζω
[tʃifleˈtizo]
Φάρασ.
τσ̑ιφτελετίζω
[tʃifteleˈtizo]
Φάρασ.
τ͑σ̑ιφτα̈λα̈τίζω
[tʰʃiftælæˈtizo]
Αφσάρ.
Από το τουρκ. ρ. çiftlemek = μτβ., ζευγαρώνω ζώα
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025