ερίκι
(ουσ. ουδ.)
ερίκι
[eˈrici]
Φάρασ., Φλογ.
Από το τουρκ. ουσ. erik = δαμάσκηνο.
2. Δαμασκηνιά
Συνών.
δαμάσκηνο
Τροποποιήθηκε: 08/09/2026