εργατλίκι
(ουσ. ουδ.)
εργκατλι̂́κ'
[ergatˈlɯk]
Ουλαγ., Σίλατ.
εργατλι̂́χ'
[erɣatˈlɯx]
Αξ.
Πληθ.
εργατλι̂́χ̇ια
[erɣatˈlɯxja]
Αξ.
Από το τουρκ. ουσ. ırgatlığı = α) η ιδιότητα του εργάτη β) γεωργική εργασία, όπου και διαλεκτ. τύπ. eğratluk.
Τροποποιήθηκε: 03/01/2026