κουβαλαίνω
(ρ.)
κουβαλαίνω
[kuvaˈleno ]
Φάρασ.
κουβαλαίνgα
[kuvaˈlenga]
Τσουχούρ.
Από το ρ. κουβαλώ και το παραγωγ. επίθμ. -αίνω.
Κουβαλώ, μεταφέρω
ό.π.τ.
:
Κουβαλαίνουμε σου σ̑ειμού το τουφάνι ξύα 'σ' το ορμάνι
(Κουβαλάμε μέσα στην ανεμοθύελλα του χιονιά, ξύλα από το δάσος)
Φάρασ.
-Παπαδ.
Κουβαλαίνgαν τα τεμάτα σ’ αώνι μο τον αραπά, τἄμισα μο τα γαgλία
(Κουβαλούσαν τα δεμάτια με το κάρο στο αλώνι, άλλοι με τα δίτροχα κάρα)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
|| Παροιμ.
Ρώτ’σαν ντο μερμήντζ̑ι «Τό κοτσ̑ί του κουβαλαίν' άτσομπoίo βαρύ ένι;» τσ̑' είπεν ντι «Μο το ’μόν ντο ζυ ἐν' εβδομήντα πένdε λίτρε»
(Ρώτησαν το μυρμήγκι «Ο σπόρος που κουβαλάς είναι τόσο βαρύς;» Και είπε «Με το δικό μου ζύγι είναι εβδομήντα πέντε λίτρες»˙ όταν κάποιος θέλει να δείξει ότι ο πόνος του είναι μεγάλος, κι ας φαίνεται μικρός στους άλλους)
Φάρασ.
-Λουκ.Λουκ.
Τροποποιήθηκε: 22/03/2026