κοτσίζω
(ρ.)
κοτ͑σ̑ίζω
[koˈtʰʃizo]
Φάρασ.
κοτσ̑ίζου
[koˈtʃizu]
Φάρασ.
κότ͑σ̑άω
[kotʰʃao]
Αφσάρ.
Αόρ.
κότσ̑ισα
[ʹkotsisa]
Τσουχούρ.
Από τoν αόρ. του τουρκ. ρ. göçmek = μεταναστεύω και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω.
1. Μετακομίζω
ό.π.τ.
2. Μετοικώ, μεταναστεύω
ό.π.τ.
:
|| Φρ.
Κότσ̑ισινι 'ς ἀου τον κόσμου
(Μετοίκισε στον άλλο κόσμο˙ πέθανε)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Τροποποιήθηκε: 31/01/2026