κοτσίζω
(ρ.)
κοτ͑σ̑ίζω
[koˈtʰʃizo]
Φάρασ.
κοτσ̑ίζου
[koˈtʃizu]
Φάρασ.
κότ͑σ̑άω
[kotʰʃao]
Αφσάρ.
Αόρ.
κότσ̑ισα
[ʹkotʃisa]
Τσουχούρ.
Μεσν. ρ. κοτζίζω (πβ. Θεόδ. Λάσκ. 'Επιστ. 180.20 "ἵνα οἱ κοτζίζειν βουλόμενοι πρὸς τὴν Νικαέων μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ὑπομνηματογράφοι πρὸς Θεσσαλονίκην διαπερῶσι"), το οπ. από το τουρκ. ρ. göçmek = μεταναστεύω, όπου και διαλεκτ. τύπ. köçmek, και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω. H λ. και Μεγίστ. Πβ. ποντ. κοτσ̑εύω.
1. Μετακομίζω
ό.π.τ.
2. Μετοικώ, μεταναστεύω
ό.π.τ.
:
|| Φρ.
Κότσ̑ισινι 'ς ἀου τον κόσμου
(Μετοίκησε στον άλλο κόσμο˙ πέθανε)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Τροποποιήθηκε: 07/07/2026