ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κοτσίζω (ρ.) κοτ͑σ̑ίζω [koˈtʰʃizo] Φάρασ. κοτσ̑ίζου [koˈtʃizu] Φάρασ. κότ͑σ̑άω [kotʰʃao] Αφσάρ. Αόρ. κότσ̑ισα [ʹkotsisa] Τσουχούρ. Από τoν αόρ. του τουρκ. ρ. göçmek = μεταναστεύω και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω.
1. Μετακομίζω ό.π.τ.
2. Μετοικώ, μεταναστεύω ό.π.τ. : || Φρ. Κότσ̑ισινι 'ς ἀου τον κόσμου (Μετοίκισε στον άλλο κόσμο˙ πέθανε) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr.
Τροποποιήθηκε: 31/01/2026