ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κουβάς (ουσ. αρσ.) κουβάς [kuˈvas] Γούρδ., Μισθ., Τροχ. γουβάς [ɣuˈvas] Σίλ. Νεότ. ουσ. κουβάς από το τουρκ. ουσ. kova.
Κουβάς ό.π.τ. : Γκιοζλαΐσουμ’ μι σειρά, να πάρουμ' ένα κουβά νερό να κάνουμ’ ντουλειά (Περιμένουμε με την σειρά, να πάρουμε έναν κουβά νερό να κάνουμε δουλειά ) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Κάθε ένα ρίφτισκεν ένα κουβά νερό σο κεφάλι τ' (Ο καθένας έρριχνε έναν κουβά νερό στο κεφάλι του (τελετή βροχοποιίας)) Τροχ. -Νίγδελ.Τροχ. Πβ. ασιρμάς :1, άσκωμα, χαλκί :2
Τροποποιήθηκε: 21/12/2025