κουβάς
(ουσ. αρσ.)
κουβάς
[kuˈvas]
Γούρδ., Μισθ., Τροχ.
γουβάς
[ɣuˈvas]
Σίλ.
Νεότ. ουσ. κουβάς από το τουρκ. ουσ. kova.
Κουβάς
ό.π.τ.
:
Γκιοζλαΐσουμ’ μι σειρά, να πάρουμ' ένα κουβά νερό να κάνουμ’ ντουλειά
(Περιμένουμε με την σειρά, να πάρουμε έναν κουβά νερό να κάνουμε δουλειά )
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Κάθε ένα ρίφτισκεν ένα κουβά νερό σο κεφάλι τ'
(Ο καθένας έρριχνε έναν κουβά νερό στο κεφάλι του (τελετή βροχοποιίας))
Τροχ.
-Νίγδελ.Τροχ.
Πβ.
ασιρμάς :1, άσκωμα, χαλκί :2
Τροποποιήθηκε: 21/12/2025