κουβέντημα
(ουσ. ουδ.)
κουβέν’μα
[kuˈvenma]
Φάρασ.
Από το ρ. γκιουβεντίζω και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Εμπιστοσύνη
Τροποποιήθηκε: 31/01/2026