κότσιλο
(ουσ. ουδ.)
κότσιλο
[ˈkotsilo]
Μαλακ., Μισθ., Σεμέντρ., Σίλατ., Τροχ., Τσαρικ.
κότσ̑ιλο
[ˈkotʃilo]
Αξ., Γούρδ., Ουλαγ., Φλογ.
Από το μεσν. ουσ. κότυλον = η κοιλότητα στο πίσω μερος του κρανίου, το οπ. από το αρχ. ουσ. κοτύλη = κοιλότητα άρθρωσης, ιδίως του ισχίου. Η σημ. 4 πιθ. και από το ουσ. κότσαλο (ΛΔ 16, 274).
2. Κότσι χρησιμοποιούμενο στο γνωστό παιχνίδι «αστράγαλοι» και κατ' επέκτ. το ίδιο το παιχνίδι
Αξ., Μισθ., Τροχ., Τσαρικ., Φλογ.
:
Μότ' παίν' σο σοκάχ', τα φσ̑άχα παίισ̑καν κότσ̑ιλα
(Καθώς πήγαινε στο δρόμο, τα παιδιά έπαιζαν αστραγάλους)
Φλογ.
-Dawk.
Μπαίχνουν κότσιλα
(Παίζουν αστραγάλους)
Σεμέντρ.
-ΚΜΣ-ΚΠ283
Ούλα ντα κότσ̑ιλα τσάρπ'σιν δα
(Όλα τα κότσιλα τα χτύπησε, δηλ. τα πέτυχε και τα έρριξε έξω από τον κύκλο όπου ήταν τοποθετημένα και τα κέρδισε)
Τσαρικ.
-Καραλ.
Μάνα τ'νε ντίν' dα απ' ένα κότσ̑ιλο και "Αμέτ' ντεκειά στράτα πάνω, σ̑υρέτ' τα κότσ̑ιλά σας"
(Η μάνα τους τους δίνει από ένα κότσι και λέει "Πηγαίντε εκεί στο δρόμο πάνω, ρίξτε τα κότσια σας")
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Συνών.
ανάκα :2, γαλεμσέε :1, μακαρά
3. Κόκκαλο
Μισθ.
4. Ξύλο που τοποθετείται πάνω στα σακιά λινοπολτού κατά την συμπίεση στο μάγγανο
Φλογ.
5. Στον πληθ., δόντια, προεξοχές ξύλινης κλειδαριάς
Φλογ.
Τροποποιήθηκε: 25/02/2025