κίτσι
(ουσ. ουδ.)
qι̂́τσ̑ι
[ˈqɯtʃi]
Μαλακ., Ουλαγ., Φλογ.
qι̂́τσ̑'
[ˈqɯtʃ]
Μαλακ.
γι̂́τσι
[ˈɣɯtsi]
Μισθ.
γι̂́τσ̑'
[ɣɯtʃ]
Αξ.
γκι̂́τσ̑'
[ˈgɯtʃ]
Ουλαγ.
γούτσ̑ι
[ˈɣutʃi]
Τροχ.
Από το τουρκ. ουσ. kıç= α) κόκκυγας β) πρύμνη γ) το πίσω μέρος δ) διαλεκτ., πόδι ε) αστράγαλος, όπου και διαλεκτ. τύπ. gıç.
1. Πόδι
Μαλακ., Μισθ., Ουλαγ., Τροχ., Φλογ.
:
Σι̂λαdι̂́ζ’ το γούτσ̑ι
(Πονάει το πόδι)
Τροχ.
-ΙΛΝΕ 1555
|| Ασμ.
Ήρτι ντου πουλίτσι, τώκα, τσάκουσα ντου γι̂́τσι τ'
((Ήρθε το πουλάκι, το χτύπησα, έσπασα το πόδι του))
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Συνών.
ποδάρι :1
3. Πρύμνη
Φλογ.
4. Μτφ., το πίσω μέρος ενός αντικειμένου
Φλογ.
Τροποποιήθηκε: 15/05/2025