κιτίρι
(ουσ. ουδ.)
κι̂τι̂́ρ'
[cɯˈtɯr]
Μισθ., Τροχ.
Πληθ.
κι̂τι̂́ρια
[cɯˈtɯrʝa]
Σίλ., Τροχ.
κουτούρια
[kuˈturʝa]
Σίλ.
Από το τουρκ. επίθ. kıtır= α) τραγανός β) ως ουσ. διαλεκτ., μπισκότο.
Παξιμάδι
ό.π.τ.
:
Δου κι̂τι̂́ρ' βουτά δου απέσ'
(Το παξιμάδι το βουτάει μέσα, ενν. στο γιαουρτάκι)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Το γιοφκά χ̇έκεις το ’ς το φούρνο, νιόσουν κι̂τι̂́ρ’
(Τις λεπτές πίτες τις έβαζες στον φούρνο, γίνονταν σαν παξιμάδι)
Τροχ.
-ΙΛΝΕ 1555
Συνών.
γκεβρέκι :3, παξιμάδι :1, φλεγάρι
Τροποποιήθηκε: 26/10/2025