ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κοτσάνι (ουσ. ουδ.) κοτσάν' [koʹtsan] Γούρδ. κουτσάν' [kuʹtsan] Μισθ. γοτσ̑άνι [ɣoʹtʃani] γοσ̑άνι [ɣoʹʃani] Αφσάρ. Aπό το τουρκ. ουσ. koçan = α) κοτσάνι καρπού β) καρδιά λαχανικού γ) διπλότυπο αποδείξεως, απόκομμα απόδειξης δ) τίτλος ιδιοκτησίας.
1. Κοτσάνι καρπού Γούρδ., Μισθ. Συνών. σάπι, τσόπι :1
2. Τίτλος ιδιοκτησίας Αφσάρ., Φάρασ. : Του σπιτού μου το γοτσ̑άνι (Ο τίτλος κυριότητας του σπιτιού μου) Φάρασ. -ΚΜΣ-ΚΠ344Β Του τοπού μου το γοτσ̑άνι (Ο τίτλος ιδιοκτησίας του χωραφιού μου) Φάρασ. -ΚΜΣ-ΚΠ344Β Συνών. κιτάπι :2
Τροποποιήθηκε: 24/02/2026