κοτσάνι
(ουσ. ουδ.)
κοτσάν'
[koʹtsan]
Γούρδ.
κουτσάν'
[kuʹtsan]
Μισθ.
γοτσ̑άνι
[ɣoʹtʃani]
γοσ̑άνι
[ɣoʹʃani]
Αφσάρ.
Aπό το τουρκ. ουσ. koçan = α) κοτσάνι καρπού β) καρδιά λαχανικού γ) διπλότυπο αποδείξεως, απόκομμα απόδειξης δ) τίτλος ιδιοκτησίας.
2. Τίτλος ιδιοκτησίας
Αφσάρ., Φάρασ.
:
Του σπιτού μου το γοτσ̑άνι
(Ο τίτλος κυριότητας του σπιτιού μου)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ344Β
Του τοπού μου το γοτσ̑άνι
(Ο τίτλος ιδιοκτησίας του χωραφιού μου)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ344Β
Συνών.
κιτάπι :2
Τροποποιήθηκε: 24/02/2026