ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κουβτί (ουσ. ουδ.) κουβτί [kuvʹti] Σινασσ. κουβντί [kuvˈdi] Σινασσ. κουβδί [kuvˈði] Σινασσ. Πιθ. από το παλαιότ. και διαλεκτ. τουρκ. ουσ. göbüt = α) κακός, άσχημος β) σκληρός γ) βρώμικος (< παλ. αρμεν. kopit = σκληρός, βλ. Tietze 2016, λ. göbüt). Η λ. και Πόντ. με τον τύπ. κουβτί = ψωμάκι.
Μικρά σκληρά περιττώματα παιδιού ή ζώου
Τροποποιήθηκε: 31/01/2026