οτίζω
(ρ.)
οτίζου
[oˈtizu]
Μισθ.
Αόρ. Υποτ.
οτίσου
[oˈtisu]
Μισθ.
Από τον αόρ. του τουρκ. ρ. ötmek, όπου και διαλεκτ. τύπ. otmak = κελαηδώ, λαλώ.
Τροποποιήθηκε: 15/11/2025