οτεπεριτσής
(ουσ. αρσ.)
οτεπεριτσ̑ής
[oteperiˈtʃis]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. öteberici = γυρολόγος.
Γυρολόγος
Συνών.
τσαρτσής
Τροποποιήθηκε: 06/07/2026