οσουρτζής
(ουσ. αρσ.)
ο̈σ̑ϋρτζ̑ής
[øʃyrˈdʒis]
Αξ.
σουρτζ̑ής
[surʹdʒis]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. öşürcü = φοροεισπράκτορας της δεκάτης. O τύπ. σουρτζ̑ής λόγω εσφαλμένης κατάτμησης με το οριστ. αρθρο ο.
Φοροεισπράκτορας της δεκάτης, δεκατιστής
:
Σα 'μπέλε πιρμή κοπούν τα σταφύλε πααίνκε ο σουρτζ̑ής, ο μιχτάρ, ο γαμζ̑ιμάρ, τρία νομάτοι πααίνκαν σα 'μπέλε, νεγκώνκαν τα τσ̑αι γραφτείνκαν τα
(Στα αμπέλια πριν κοπούν τα σταφύλια πήγαινε ο φοροεισπράκτορας, ο κοινοτάρχης, ο σύμβουλος, τρία άτομα πήγαιναν, τα γύριζαν και τα κατέγραφαν)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Είχε τζ̑αι ο μιχτάρ τεφτέρι, τζ̑αι ο σουρτζ̑ής
(Είχε και ο κοινοτάρχης κατάστιχο, και ο φοροεισπράκτορας)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Πβ.
ταχσιλτάρης, φιρντετζής
Τροποποιήθηκε: 06/07/2026