θαλόκκο
(ουσ. ουδ.)
θαλόκ-κο
[θaˈlokko]
Φάρασ.
Από το ουσ. λιθάρι, όπου και τύπ. θάλι, και το παραγωγ. επίθμ. -όκκο.
Λιθαράκι, πετρούλα
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025