παντουρμάς
(ουσ. αρσ.)
πανdι̂ρμά
[pandɯrˈma]
Αραβαν.
πανdρουμάς
[pandruˈmas]
Σινασσ.
Πληθ.
πανdουρμάδια
[pandurˈmaðʝa]
Σινασσ.
Από το τουρκ. ουσ. bandırma, όπου και διαλεκτ. τύπ. bandurma = είδος γλυκού υπό μορφή σουτζουκιού από μουσταλευριά και καρύδια, σουτζούκ λουκούμ. Η λ. και Πόντ.
Καθαρισμένα καρύδια ή αμύγδαλα περασμένα σε σπάγκο και εμβαπτισμένα σε μούστο με ζάχαρη, σουτζούκ λουκούμ
ό.π.τ.
Πβ.
κοφτάρι
Τροποποιήθηκε: 27/07/2026