λησμονιάρης
(επίθ.)
ζορμονιάρ'
[zormoˈɲar]
Μισθ.
Νεότ. ουσ. λησμονιάρης (Λεξ. Σομ.), πβ. και τύπ. ἀλησμονιάρης (Λεξ. Βλάχ.), το οπ. από το ρ. λησμονώ, όπου και τύπ. ζορμονώ, και το παραγωγ. επίθμ. -%iιάρης.
Αμελής, ξεχασιάρης
Μισθ.
Τροποποιήθηκε: 20/08/2026