ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

-λής (επίθμ.) -λής [-ˈlis] Ανακ., Μισθ., Μπέηκ., Φλογ. -λ̑ής [-ˈʎis] Σίλ. -λούς [-ˈlus] Αφσάρ., Σατ., Σίλ., Φάρασ. -λού [-ˈlu] Σίλ., Φάρασ., Φλογ. -λι̂́ [-ˈlɯ] Αξ., Αραβαν., Μισθ., Ουλαγ. -λΰ [-ˈly] Αραβαν. Θηλ. -λούσα [-ˈlusa] Αφσάρ., Σίλ., Φάρασ. Από το τουρκ. επίθμ. -li, -lı, -lu, -lü (βλ. Κυρανούδης 2009: 433-434, 437 κεξ.). Το θηλ. με την προσθήκη του θηλ. επιθμ. στο αρσ. -λούς.
1. Μετονομ. επίθμ. για τον σχηματ. επιθ. τα οποία δηλώνουν ότι το προσδιοριζόμενο χαρακτηρίζεται από την ιδιότητα που υποδηλώνει η πρωτότυπη λέξη ό.π.τ. : αιμαλής (ματωμένος) Ουλαγ. ακιλής (έξυπνος, μυαλωμένος) Μισθ., Φάρασ., Μαλακ., Σίλ., Τελμ., Ουλαγ., Αξ., Αραβαν. α̈ζια̈τ͑λούσα (βασανιστική, κουραστική) Αφσάρ. γαϊρετλής (εργατικός) Φάρασ. γερλής (ντόπιος) Φάρασ. γιαραλής (τραυματισμένος) Φάρασ., Αξ. γουβετ͑λούσα (δυνατή) Φάρασ. γουρλής (τυχερός) Μισθ., Φάρασ., Σίλ., Ανακ. εξικλής (λειψός, ελαττωματικός) Μισθ., Σίλ., Αξ., Σεμέντρ., Τσαρικ. ζορλούς (πολύ ωραίος) Μισθ., Φάρασ., Σινασσ., Σίλ., Ουλαγ., Αφσάρ. καβγαλής (μαλωμένος) Φερτάκ. καϊμακλής (αυτός που έχει καϊμάκι) Φάρασ. κουσουρλής (ελαττωματικός) Μισθ., Σινασσ., Τροχ. μερακλής (μερακλής) Καππ. μπογιαλής (πολύχρωμα βαμμένος) Φάρασ. παραλής (πλούσιος) Μισθ. σαμαλούσα (θαυματουργή) Σίλ. σαχαλούς (γενειοφόρος) Φάρασ., Σατ. τερμπιγελούς (αβγολεμονάτος) Φάρασ., Μαλακ., Αραβαν., Αφσάρ. χαϊρλούς (άξιος, ωφέλιμος, προκομμένος) Φάρασ., Αφσάρ. σοϊλής (με ευγενή καταγωγή) Σινασσ. Πβ. -άς :2, -άτος
2. Μετουσ. επίθμ. για τον σχηματισμό περιληπτ. ουσ. Σίλ. : οβρίσ̑αλου (ρεβίθια) Σίλ. φασούλιαλου (φασόλια) Σίλ.
3. Μετουσ. επίθμ. για των σχηματ. ουσ. τα οποία δηλώνουν ευρύτερη σχέση με την οντότητα την οποία συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη : ασκερλής (στρατιώτης) Φλογ. ατλής (καβαλάρης) Αραβαν. ιζινλής (αδειούχος) Φλογ. κουρμπετλής (ξενιτεμένος, μετανάστης) Σίλ. σεχιρλής (αστός) Φάρασ., Σινασσ.
β. Μετονομ. επίθμ. για τον σχηματ. πατριδωνυμικών : Κισκελής (ο κάτοικος της Κίσκας ) Φάρασ. Μιστιλής (Μιστιώτης ) Ανακ. Μπεηκιοϊλής (ο κάτοικος του Μπέηκιοϊ ) Μπέηκ. Σιλλελ̑ής (ο κάτοικος της Σίλλης ) Σίλ. Σινασσοσλούς (ο κάτοικος της Σινασσού ) Φάρασ. Σιλλελoύσα (η κάτοικος της Σίλλης ) Σίλ. Ποντοσλής (Πόντιος ) Φάρασ. Σατελής (ο κάτοικος του χωριού Σατί ) Φάρασ. Φαρασαλής (Φαρασιώτης ) Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 27/01/2025