ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

λεφλετώ (ρ.) λεφλετώ [lefleˈto] Φλογ. Από το τουρκ. ρ. alevlenmek = α) φλέγομαι β) εξάπτομαι γ) αυξάνω την ένταση δ) φουντώνω από θυμό. Για την τροπή [v] > [ f], πβ. alevlemek = φλέγω, βάζω φωτιά, όπου και διαλεκτ. τύπ. aleflemek.
Γαβγίζω Συνών. υλάζω, χαβλαντίζω :1
Τροποποιήθηκε: 25/10/2025