λεπούρι
(ουσ. ουδ.)
Πληθ.
λεπ-πούρια
[lepˈpurʝa]
Αξ.
Πιθ. από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. lıbır = γλοιώδης λάσπη (THADS, λ. lıbır).
Νερουλά κόπρανα
Αξ.
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026