λειψάδα
(ουσ. θηλ.)
λειψάδα
[liˈpsaða]
Αφσάρ., Φάρασ.
λειψ̑άγια
[liˈpʃaʝa]
Αξ., Τροχ.
Ουδ.
λειψάδι
[liˈpsaði]
Φάρασ.
Πληθ.
λειψ̑άγιες
[liˈpʃaʝes]
Αξ.
λειψ̑άες
[liˈpʃaes]
Αξ.
λειψ̑άις
[liˈpʃais]
Μισθ.
λειψ̑άι
[liˈpʃai]
Τροχ.
Από το μεσν. ουσ. λειψάδα = έλλειψη.
1. Έλλειψη από κάτι
ό.π.τ.
:
Χανίμα, ειπέ ντα μπότσι έσ̑' λειψάδα
(Κυρά, πες μου τι σας λείπει)
Αφσάρ.
-Dawk.
Ντρανά τ’ σπιτιού τα λειψ̑άγιες, φ'καλεί, πανασ̑ηκών, ψ̑ήν'
(Φροντίζει για τις ελλείψεις, τις ανάγκες του σπιτιού, σκουπίζει, συγυρίζει, μαγειρεύει)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Nα τρανήσουμ' τα λειψ̑άι μας
(Να δούμε τις ελλείψεις μας, ενν. για να πάμε για ψώνια)
Τροχ.
-Νίγδελ.Τροχ.
Tζάπι παγαίνκετε, βρεσκίνκετε α λειψάδι;
(Μή τινος ὑστερήθητε; ΚΔ Ευ.Λουκ.22.35)
Φάρασ.
-Lag.
Ε, όρτωσαμ' ντου, ε 'πόμαν λία λειψ̑άις
(Ε, το διορθώσαμε, ε, έμειναν λίγες ελλείψεις)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
Συνών.
νοξάνι
3. Ανοησίες, μη ορθές, "λειψές" απόψεις
Αξ.
:
Πολύ λαλεί και λειψ̑άες λέει
(Πολύ μιλά και ανοησίες λέει)
Αξ.
-ΙΛΝΕ 1556
Συνών.
αβαναχλίχι, άρατα, διάβολος :3, μπουνταλαλίκι, χαϊβανλίκι
Τροποποιήθηκε: 24/07/2025