ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

καλαμούδι (ουσ. ουδ.) καλαμούδ' [kalaˈmuð] Φλογ. Πληθ. καλαμούδια [kalaˈmuðʝa] Μαλακ., Φλογ. καλαμούδα [kalaˈmuða] Μαλακ. Από το ουσ. καλάμι και το υποκορ. επίθμ. -ούδι.
Τα καλάμια που απομένουν στο χωράφι μετά τον θερισμό ό.π.τ. : Ξέβαλεν πολύ καλαμούδ' (Έβγαλε πολύ καλαμούδι) Φλογ. -ΙΛΝΕ 812 Ξημέρωμα Άγουστος, ανάβαμε καλαμούδια (Ξημερώνοντας η 1η Αυγούστου, ανάβαμε (φωτιές του κλήδονα από) καλάμια) Μαλακ. -ΚΜΣ-ΚΠ176
Τροποποιήθηκε: 22/11/2025