κουρτηματιά
(ουσ. θηλ.)
κουρτηματιά
[kurtimatˈça]
Μισθ.
Από το ουσ. κούρτημα (θ. κουρτηματ-) και το παραγωγ. επίθμ. -έα > -ιά.
Τροποποιήθηκε: 07/02/2026