κουρσάχι
(ουσ. ουδ.)
γουρσάχ'
[ɣurˈsax]
Αξ.
γουρτ͑σάχ̇ι
[ɣurˈtʰsaxi]
Φάρασ.
'ουρσάχι
[urˈsaçi]
Σίλ.
γουρσάβα
[ɣurˈsava]
Μισθ.
χουρσάβα
[xurˈsava]
Μισθ.
κούρσα
[ˈkursa]
Σινασσ.
qούρσα
[ˈqursa]
Μαλακ., Φλογ.
γούρσα
[ʹɣursa]
Αξ.
χουρσάχους
[xurˈsaxus]
Μισθ.
Από το τουρκ. ουσ. kursak = α) πρόλοβος β) ως διαλεκτ. σημ., στομάχι γ) νοημοσύνη, λογική, μυαλό.
1. Ο πρόλοβος των πτηνών
ό.π.τ.
:
Ουρσάχι τσ̑ης ρεν είσ̑ε ένα σέι, ήτανε νησ̑'κή
(Ο πρόλοβος της κότας δεν είχε τίποτα μέσα, ήτανε νηστική)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ6
Συνών.
τασλίκι
3. Μτφ., μυαλό
Αξ.
:
Γουρσάχ' ντεν έχ̑'
(Δεν έχει μυαλό)
Αξ.
-Μαυροχ.
Συνών.
ακίλι :1, μυαλό :1, φικίρι :2
4. Λάρυγγας
Αξ.
Τροποποιήθηκε: 08/05/2025