κεγκέρι
(ουσ. ουδ.)
κ͑ανgάρι
[kʰaŋˈgari]
Αφσάρ., Σινασσ., Φάρασ.
κ͑ενgέρι
[kʰenˈɟeri]
Μισθ.
κενgέρ'
[cenˈɟer]
Μαλακ., Ουλαγ.
κενκέρ'
[cenˈcer]
Φλογ.
κινgάρι
[ciŋˈgari]
Φάρασ.
Θηλ.
κ͑άνgαρα
[ˈkʰaŋgara]
Φάρασ.
γανγάλι
[ɣaŋˈɣali]
Φάρασ.
γανgάλ’
[ɣaŋˈgal]
Αξ.
Από το τουρκ. ουσ. kenger = α) αγριοαγγινάρα β) διαλεκτ., γαϊδουράγκαθο, όπου και διαλεκτ. τύπ. kengel και kangal (< Περσ. kangar = αγκινάρα, πβ. αρχ. κινάρα) (Tietze 2016, kenger, THADS, λ. kangal I).
Πβ.
γαλγάνι
Η αγριοαγγινάρα (Cynara cardunculus), είδος μαστιχοφόρου μονοετούς φυτού, του οποίου ο βλαστός είναι εδώδιμος με θεραπευτικές ιδιότητες
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 03/01/2026