κεϊφενίτσα
(ουσ. θηλ.)
κεϊφενίτσα
[cejfeˈnitsa]
Αξ., Μισθ., Τροχ.
κα̈φα̈νίτσα
[kæfæˈnitsa]
Μισθ.
κιαφιανίτσ̑α
[cafiˈnitʃa]
Μισθ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. keyvanı (όπου και τύπ. keyvene και keyfeni) = μαγείρισσα, νοικοκυρά (THADS, λ. keyfeni, keyvan, keyvene), και το παραγωγ. επίθμ. -ίτσα.
1. Μαγείρισσα, νοικοκυρά
ό.π.τ.
:
Ποιο κιαφανίτσ̑α μποίκιν ιτό ντου φαΐ;
(Ποια μαγείρισσα έκανε αυτό το φαγητό;)
Ογώ να ήdουμι παλλ’κάρ’, κεϊφενίτσα μι ντου κ͑οσαgού ντε μι κρούισ̑κιν
(Εγώ αν ήμουν παλληκάρι, η μαγείρισσα δεν θα με χτυπούσε με την μασιά)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
2. Πολυλογού
Μισθ.
Τροποποιήθηκε: 13/02/2026