κελέσα
(επίρρ.)
κ͑ελέσ̑α
[kʰeˈleʃa]
Φάρασ.
κελέσα
[ceʹlesa]
Τσουχούρ.
κ͑α̈λα̈́σ̑α
[kʰæˈlæʃa]
Αφσάρ.
κελέτσ̑ενε
[celetʃene]
Ουλαγ.
Aπό το επίθ. κελέσης και το παραγωγ. επίθμ. -α.
Ωραία, καλά
ό.π.τ.
:
Τους κελέσα τα κατσεύιτι κορτσόκκα!
(Τι ωραία που τα λέτε κοριτσάκια!)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Τροποποιήθηκε: 07/03/2026