κελλί
(ουσ. ουδ.)
κελλί
[ceˈli]
Σίλ.
κ͑έλ'
[kʰel]
Τροχ.
Από το μεταγν. ουσ. κελλίον.
Συνών.
καταφύγι
Τροποποιήθηκε: 08/09/2026