κελεσλίκι
(ουσ. ουδ.)
κελεσ̑λίκι
[celeʃˈlici]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. keleşlik = ομορφιά.
Ομορφιά
Συνών.
γιαχίσι :1, γκεντσιλίκι :2, γκιουζελίκι, ομορφιά
Τροποποιήθηκε: 08/07/2025