προγύλι
(ουσ. ουδ.)
προγύλ’
[proˈʝil]
Μαλακ.
προ'ύλ’
[proˈil]
Μαλακ.
Από το αρχ. ουσ. πρόουρον > πρόγουρον > προγύρι > προγύλι με εναλλαγή υγρού. Η λ. και Αθήν. Μέγαρ. με τύπ. πρόγουρον. Πβ. Ἡσύχ. Π 3615 "πρόουρον· τὸ ἀπόσταγμα τῆς σταφυλῆς, πρὶν πατηθῇ".
Μούστος απου εκρέει από τον ληνό πριν πατηθούν τα σταφύλια, και χρησιμοποιείται (ως αμόλυντος και απάτητος) για την παρασκευή νάματος για την θεία κοινωνία
Μαλακ.
:
Και κρασί πουρ να πατήσωμε το ποδάρι, να γιομίσωμε το προ'ύλ’, να το σοβαντίσωμε 'ς το πιθάρι
(Και κρασί (ενν. για θεία κοινωνία) πριν πατήσουμε (τα σταφύλια με) το ποδάρι, να γεμίσουμε το προγύλι, να το κλείσουμε στο πιθάρι)
Μαλακ.
-ΚΜΣ-ΚΠ176
Συνών.
δάκρεμα
Τροποποιήθηκε: 02/12/2025