πολιτιανός
(επίθ.)
πολιτιανός
[politçaˈnos]
Ανακ.
Από το ουσ. Πόλη και το παραγωγ. επίθμ. -ανός.
Αυτός που έχει μεταναστεύσει στην Κωνσταντινούπολη
Πβ.
πολίτικος :1
Τροποποιήθηκε: 21/08/2026