ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

πολίτης (ουσ. αρσ.) πολίτης [poʹlitis] Σινασσ. πολίτ'ς [poˈlits] Μαλακ. πολίτσ̑ης [poˈlitʃis] Γούρδ. Πληθ. πολίτες [poʹlites] Σινασσ. πολίτ' [poˈlit] Ανακ. Γεν. πολιτιών [poliʹtçon] Σινασσ. Αρχ. ουσ. πολίτης.
Kάτοικος ή μέτοικος της Κωνσταντινούπολης ό.π.τ. : Εσείς φυλέκνετε τους Πολίτες, αβούτσα δεν έν'; (Εσείς περιμένετε τους ξενιτεμένους σας από την Πόλη, έτσι δεν είναι;) Σινασσ. -Τακαδόπ. Έρχονdαι τα πολίτ’ μας, να πάμε καρσ̑ού τουνε (Έρχονται οι ξενιτεμένοι μας από την Κωνσταντινούπολη, να πάμε να τους προϋπαντήσουμε) Ανακ. -Κωστ.Α.
Τροποποιήθηκε: 21/08/2026