κιοτουλάντημα
(ουσ. ουδ.)
κιοτουλάdημα
[cotuˈladima]
Μισθ.
Από το αορ. θ. του ρ. κιοτουλεντίζω και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
1. Αδυναμία (κατάσταση υγείας)
2. Αδυνάτισμα
Συνών.
ζαϊφλάντισμα
Τροποποιήθηκε: 20/02/2026