κιουπετζίκ
(ουσ. ουδ.)
κιουπετζίκ
[cupeˈdzik]
Ουλαγ.
κ͑ουπετζίκ
[kʰupeˈdzik]
Ανακ., Σινασσ.
κοπετζ̑ίκ
[kopeˈdʒik]
Αξ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. küpecik, όπου και τύπ. küpçük, küpecük =μικρό δοχείο (TSS, λ. küpecik).
Πήλινο δοχείο σαν υδρία
ό.π.τ.
:
Nτα κόβλα γκαϊνατ-τούμ’ ντα ένα κιουπετζίκ μέσα, ντο στόμα τ' ντεν τ' αρμόνωμ'
(Τα κόλλυβα τα βράζουμε μέσα σε ένα κιούπι, το στόμιό του δεν το κλείνουμε)
Ουλαγ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Τροποποιήθηκε: 18/01/2026