ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κιοτσέκι (ουσ. ουδ.) κιοτσέτσ' [coˈtsets] Μισθ., Τσαρικ. κιοτσ̑άτσ' [coˈtʃats] Μισθ., Τσαρικ. κιουτσέτσ' [cuˈtsets] Τσαρικ. Από το τουρκ. ουσ. köçek = α) χορευτής β) είδος μουσικού σκοπού.
Παραδοσιακός αντικριστός χορός των κατοίκων του Μιστί και του Τσαρικλί (Κόνιαλι, χορός των κουταλιών). ό.π.τ. : Κιοτσάτσ' μι τα ζίλια (Χορός με κυμβαλάκια) Τσαρικ. -Καραλ. Παίζ' κιοτσέτσ' (Συνοδεύει γυναίκα σε αντικριστό χορό) Μισθ. -Μακρ. Πβ. καρσιλαμάς :2
Τροποποιήθηκε: 25/12/2025