κιοτσέκι
(ουσ. ουδ.)
κιοτσέτσ'
[coˈtsets]
Μισθ., Τσαρικ.
κιοτσ̑άτσ'
[coˈtʃats]
Μισθ., Τσαρικ.
κιουτσέτσ'
[cuˈtsets]
Τσαρικ.
Από το τουρκ. ουσ. köçek = α) χορευτής β) είδος μουσικού σκοπού.
Παραδοσιακός αντικριστός χορός των κατοίκων του Μιστί και του Τσαρικλί (Κόνιαλι, χορός των κουταλιών).
ό.π.τ.
:
Κιοτσάτσ' μι τα ζίλια
(Χορός με κυμβαλάκια)
Τσαρικ.
-Καραλ.
Παίζ' κιοτσέτσ'
(Συνοδεύει γυναίκα σε αντικριστό χορό)
Μισθ.
-Μακρ.
Πβ.
καρσιλαμάς :2
Τροποποιήθηκε: 25/12/2025