κορμοκόφτω
(ρ.)
κορμοκόφτω
[kormoˈkofto]
Ανακ., Σίλατ., Σινασσ.
Από το ουσ. κορμί και το ρ. κόφτω . Πιθ. παρετυμολ. και ανομοιωτ. αντί κορφοκόφτω.
Κλαδεύω
ό.π.τ.
:
|| Ασμ.
Ετό τ' αμbέλι τίνους 'ναι κι εσύ το κορμοκόφτεις;
Ετό τ' αμbέλι 'ναι του υιού μ', του υιού μ' του Κωνστανdίνου (Aυτό το αμπέλι τίνος είναι, κι εσύ το κλαδεύεις;
Αυτό το αμπέλι είναι του γιου μου, του γιου μου του Κωνσταντίνου) Σίλατ. -Χωλόπ.Μ. Ασ' της καρδιάς μου τον καημό τ' αμbέλι κορμοκόφτω (Και απ' της καρδιάς μου τον καημό κλαδεύω το αμπέλι) Σινασσ. -Αρχέλ.
Ετό τ' αμbέλι 'ναι του υιού μ', του υιού μ' του Κωνστανdίνου (Aυτό το αμπέλι τίνος είναι, κι εσύ το κλαδεύεις;
Αυτό το αμπέλι είναι του γιου μου, του γιου μου του Κωνσταντίνου) Σίλατ. -Χωλόπ.Μ. Ασ' της καρδιάς μου τον καημό τ' αμbέλι κορμοκόφτω (Και απ' της καρδιάς μου τον καημό κλαδεύω το αμπέλι) Σινασσ. -Αρχέλ.
Τροποποιήθηκε: 05/08/2026