κορσάζο
(ουσ. ουδ.)
κορσάζο
[korˈsazo]
Σινασσ.
Aπό το τουρκ. ουσ. korsaj < γαλλ. corsage.
Kεντητό κοντό εφαρμοστό γιλέκο, τμήμα της σινασίτικης γυναικείας φορεσιάς.
Τροποποιήθηκε: 30/01/2026