κοσάς
(ουσ. ουδ.)
κοσ̑άς
[koˈʃa]
Φάρασ.
κοσά
[koˈsa]
Φάρασ.
Από το τουρκ. (< αρμεν.) διαλεκτ. ουσ. kozan και hozan = α) αγρός σε αγραναύπαση β) γενικότ., χωράφι γ) καλαμποκοχώραφο δ) βοσκοτόπια (THADS, λ. hozan Ι, kozan I).
2. Η λ. και ως τοπων.
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 22/11/2025