ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κοσάς (ουσ. ουδ.) κοσ̑άς [koˈʃa] Φάρασ. κοσά [koˈsa] Φάρασ. Από το τουρκ. (< αρμεν.) διαλεκτ. ουσ. kozan και hozan = α) αγρός σε αγραναύπαση β) γενικότ., χωράφι γ) καλαμποκοχώραφο δ) βοσκοτόπια (THADS, λ. hozan Ι, kozan I).
1. Κάμπος : Πηάγανε σο κοσ̑ά (Πήγαν στον κάμπο) Φάρασ. -Dawk. Συνών. κάμπος :1
2. Η λ. και ως τοπων. Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 22/11/2025