κοροζεύω
(ρ.)
κοροζεύω
[koroˈzevo]
Φάρασ.
κοροζεύου
[koroˈzevu]
Τσουχούρ.
Πιθ. από το διαλεκτ. ρ. κορυζεύω, το οπ. από το αρχ. ρ. κορυζάω = α) έχω συνάχι, κόρυζα β) μτφ. λέω βλακείες.
Μουρμουρίζω από δυσαρέσκεια, γκρινιάζω, δυσανασχετώ
ό.π.τ.
:
|| Φρ.
Αντί κάμιν πεθερά, μbαίν', βγκαίν', κοροζέφ'
(Σαν την κακιά πεθερά, μπαινοβγαίνει μουρμουρίζοντας˙ για τους γκρινιάρηδες)
Φάρασ.
-Λουκ.Λουκ.
Συνών.
ζιριλτίζω, σοκραντίζω, Πβ.
μιρλατίζω
Τροποποιήθηκε: 05/08/2026