ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κοροζεύω (ρ.) κοροζεύω [koroˈzevo] Φάρασ. κοροζεύου [koroˈzevu] Τσουχούρ. Πιθ. από το διαλεκτ. ρ. κορυζεύω, το οπ. από το αρχ. ρ. κορυζάω = α) έχω συνάχι, κόρυζα β) μτφ. λέω βλακείες.
Μουρμουρίζω από δυσαρέσκεια, γκρινιάζω, δυσανασχετώ ό.π.τ. : || Φρ. Αντί κάμιν πεθερά, μbαίν', βγκαίν', κοροζέφ' (Σαν την κακιά πεθερά, μπαινοβγαίνει μουρμουρίζοντας˙ για τους γκρινιάρηδες) Φάρασ. -Λουκ.Λουκ. Συνών. ζιριλτίζω, σοκραντίζω, Πβ. μιρλατίζω
Τροποποιήθηκε: 05/08/2026