κορόκκο
(ουσ. ουδ.)
κορόκκο
[koˈroko]
Φάρασ.
Πιθ. από το ουσ. κερί και το παραγωγ. επίθμ. -όκκο (Οικονομίδης 1938: 72), με υποχωρητ. αφομ. [e-o > o-o]. Πβ. τουρκ. διαλεκτ. kirek = κερήθρα (THADS, λ. kirek I).
Κηρήθρα
Συνών.
κεράδι, κερήθρα, πίτα :2, κουλούρι :3
Τροποποιήθηκε: 01/02/2026