κερήθρα
(ουσ. θηλ.)
κερήθρα
[ceˈriθra]
Τροχ.
τσερήθρα
[tseˈriθra]
Μισθ.
Από το μεσν. ουσ. κηρήθρα.
Κηρήθρα
ό.π.τ.
:
Τρώιξαμ' ντου μέλ’ μι τ' τσερήθρα
(Τρώγαμε το μέλι με την κερήθρα)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Συνών.
κεράδι, κορόκκο, κουλούρι :3, νταλάχ, πίτα :2
Τροποποιήθηκε: 26/03/2025