νταλάχ
(ουσ. ουδ.)
νταλάχ
[daʹlax]
Μισθ.
Από το τουρκ. ουσ. dalak = α) σπλήνα β) κερήθρα γεμάτη μέλι (Redhouse).
Κερήθρα
Τροποποιήθηκε: 10/01/2026