κέρδος
(ουσ. αρσ.)
τζ̑έρντος
[ˈdʒerdos]
Φάρασ.
Από το αρχ. ουσ. το κέρδος, με αλλαγή γέν. λόγω της ομόηχης ονομαστ.
Νίκη
:
Έκωσ' ο τζέρντος αδέ ’ς τη μερέ
(Έκλινε η νίκη προς την αποδώ, την δική μας, μεριά)
Φάρασ.
-Θεοδ.Παραδ.
Τροποποιήθηκε: 10/01/2026