κορόσι
(ουσ. ουδ.)
κορόσι
[koˈrosi]
Αφσάρ., Φάρασ.
Πληθ.
κορόσε
[koˈrose]
Αφσάρ.
Αγν. ετύμ., πιθ. από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. köröz = άγονο έδαφος (THADS, λ. köröz).
Μαλακό σιδηρομετάλλευμα, ορυκτό σιδήρου δεύτερης ποιότητας, με σκωρία σιδήρου
:
Σον κορά λύνκαμε τα χισίρε ή κορόσε
(Στο καμίνι λιώναμε τα σιδηρομεταλλεύματα)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Τροποποιήθηκε: 14/09/2026