κλωθάρι
(ουσ. ουδ.)
κλωχάρ’
[kloˈxar]
Γούρδ.
Από το ρ. κλώθω και το παραγωγ. επίθμ. -άρι.
Αδράχτι.
Τροποποιήθηκε: 14/09/2026