αγγελοφορώ
(ρ.)
ανgελοφορώ
[aŋɟelofoˈro]
Ποτάμ.
Από το ρ. διαλεκτ. ρ. αγγελοθωρώ ‘βλέπω τον άγγελο του θανάτου κατά τις τελευταίες στιγμές της ζωής μου’, όπου και τύπ. αγγελοφωρώ (Χίος), το οπ. από το ουσ. άγγελος και το ρ. θωρώ με ανομ. του [θ] σε [f] (ΙΛΝΕ, λ. ἀγγελοθωρῶ). Λιγότερο πιθ. η ετυμολογική σύνδεση του β΄ συνθ. με το μεσν. ρ. ἀφοροῦμαι = υποψιάζομαι, υποπτεύομαι (όπου και τύπ. ’φοροῦμαι < αρχ. ὑφορἀομια-ῶμαι), όπως υποστηρίζει ο Χατζιδάκις (Hatzidakis 1913: 9) (ΙΛΝΕ, λ. ἀγγελοφοροῦμαι).
Είμαι ετοιμοθάνατος
:
Λέγαμε ανgελοφόρεσεν όταν κάποιος άρρωστος είχε όψη πεθαμένου
Ποτάμ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Πβ.
αγγελοχτυπιούμαι
Τροποποιήθηκε: 13/02/2026