μπουράγατζι
(ουσ. ουδ.)
μπουράγατζι
[bu'raɣadzi]
Μισθ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. burgağaç = α) στρίψιμο β) μακρύ διχαλωτό ξύλο γ) βίδα δ) στριμμένα μαλλιά ε) άξονας ρύθμισης του τεντώματος του στημονιού, όπου και τύπ. burgaç, burağaç (THADS, λ. burgağaç, burgaç II, VI).
Το οπίσθιο αντί του αργαλειού
Συνών.
μεγμέρ
Τροποποιήθηκε: 13/07/2026