μπουνταλαλίκι
(ουσ. ουδ.)
Πληθ.
πουταλαλίκια
[putalaˈlica]
Σινασσ.
Από το τουρκ. ουσ. budalalık = ανοησία, χαζομάρα.
Στον πληθ., ανοησίες
Συνών.
αβαναχλίχι, άρατα, χαϊβανλίκι
Τροποποιήθηκε: 27/05/2026